Τα αρχαία ελληνικά (ενδύματα)

Η Τέχνη και η Αισθητική της Αρχαίας Ελληνικής Ενδυμασίας
Τα αρχαία ελληνικά ενδύματα, γυναικεία και ανδρικά, μπορεί να χωριστούν σε εσωτερικά, από τα οποία κυριότερος ήταν ο χιτώνας, και σε εξωτερικά (επιβλήματα), όπως το ιμάτιο και ο πέπλος, τα οποία αποτελούσαν κομμάτια υφάσματος που φοριούνταν από πάνω.
Στην αρχαία Ελλάδα το κάλλος υμνήθηκε από ποιητές, γλύπτες, ζωγράφους και ιστορικούς. Οι Έλληνες γυμνάζονταν, πρόσεχαν τη διατροφή τους και φρόντιζαν τον εαυτό τους.
Η φυσική ομορφιά τονιζόταν όσο το δυνατόν περισσότερο, και τα γυμνά σώματα των αθλητών καλύπτονταν με λάδι για να προβάλλονται καλύτερα.
Τα ρούχα τους ήταν απλά αλλά εξαιρετικά κομψά, σχεδιασμένα με μια ξεχωριστή κατασκευαστική φιλοσοφία.
Δεν κόβονταν ούτε ράβονταν στα μέτρα του σώματος, αλλά υφαίνονταν στον κάθετο αργαλειό απευθείας στο επιθυμητό ορθογώνιο μέγεθος.
Η μαεστρία βρισκόταν στον τρόπο που το ύφασμα αγκάλιαζε το κορμί.
Συχνά έραβαν μικρά μολύβδινα ή πήλινα βαρίδια στις άκρες, ώστε οι πτυχώσεις να πέφτουν βαριές, ίσιες και συμμετρικές, θυμίζοντας τις ραβδώσεις των μαρμάρινων κιόνων στους ναούς.
Το ανδρικό ντύσιμο απαρτιζόταν από τον χιτώνα που φοριόταν κατάσαρκα –ένα τετράγωνο ύφασμα με δύο τρύπες για τα χέρια που έφτανε κάτω από τα γόνατα– και το μάλλινο ιμάτιο που λάμβανε χρέη μανδύα.
Οι νέοι, οι ταξιδιώτες και οι πολεμιστές φορούσαν συχνά τη χλαμύδα, ένα κοντό πανωφόρι που στερεωνόταν συνήθως στον δεξιό ώμο με μια πόρπη, αφήνοντας το δεξί χέρι ελεύθερο για να κρατά το σπαθί ή τα ηνία.
Τα αξεσουάρ τους ήταν η πόρπη, ένα δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο και ένα ραβδί που προσέδιδε κύρος. Τα μαλλιά τους ήταν περιποιημένα, στο ύψος των ώμων, ενώ μόνο οι αθλητές ήταν κοντοκουρεμένοι και ξεχώριζαν.
Αντίστοιχα ήταν και τα ρούχα των γυναικών, δηλαδή χιτώνας και πέπλος (έτσι ονομαζόταν ο γυναικείος μανδύας).
Εδώ υπήρχε μια σαφής διάκριση στα υφάσματα: από τη μία ο βαρύς μάλλινος Δωρικός πέπλος, που στερεωνόταν με μεγάλες περόνες στους ώμους, και από την άλλη ο Ιωνικός χιτώνας, φτιαγμένος από πολύ λεπτό, σχεδόν ημιδιάφανο λινό, που "αγκάλιαζε" το σώμα με δεκάδες μικρές πόρπες στα μανίκια.
Στον πέπλο, το πάνω μέρος του υφάσματος συχνά διπλωνόταν προς τα έξω δημιουργώντας το «απόπτυγμα», ένα δεύτερο επίπεδο υφάσματος που έπεφτε μέχρι τη μέση δίνοντας τρομερή χάρη στην κίνηση.
Το στυλ αναδεικνυόταν από τον τρόπο δεσίματος και τις πτυχώσεις που τόνιζαν τη σιλουέτα. Μια ζώνη, μια πόρπη, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, χτένια για τις βαριές μπούκλες, και το σύνολο ήταν έτοιμο.
Η πολυτέλεια της αρχαίας εποχής δεν βρισκόταν στα περίπλοκα πατρόν, εφόσον χρησιμοποιούνταν κυρίως μαλλί, λινό και βαμβάκι.
Η πραγματική χλιδή κρυβόταν στα χρώματα. Ενώ το λευκό ήταν το χρώμα της αγνότητας, οι πλούσιοι και οι άρχοντες φορούσαν ενδύματα βαμμένα με έντονα χρώματα: βαθύ κόκκινο από ριζάρι, κίτρινο από κρόκο και φυσικά την πανάκριβη πορφύρα, συχνά διακοσμημένα με υφασμένα γεωμετρικά μοτίβα στα τελειώματα, όπως ο μαίανδρος.
Εξίσου σημαντικά ήταν τα περίτεχνα χτενίσματα που δημιουργούσαν οι κομμώτριες χρησιμοποιώντας τους καυτούς «βοστρυχωτήρες» και η φρεσκάδα του μακιγιάζ που πετύχαινε η ψιμμυθίστρια.
Λιγότερη σημασία στο ντύσιμο και περισσότερη στο σώμα έδιναν οι Σπαρτιάτισσες. Φορούσαν έναν απλό, κοντό χιτώνα, με σκίσιμο στον δεξιό μηρό (φαινομηρίδα) που άφηνε ξεσκέπαστο τον έναν ώμο.
Αντίστοιχα, ο χιτώνας των Σπαρτιατών πολεμιστών είχε έντονο κόκκινο χρώμα, μια συνειδητή επιλογή για να μη φαίνεται ποτέ το αίμα από τον τραυματισμό στη μάχη.
ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΤΡΑΤΑΚH (valentina) ΣΧΕΔΙΑΣΤΡIΑ ΔΗΜΗΟΥΡΓΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ







Σχόλια