Αρχαίοι Φιλόσοφοι και Γυναίκα:


Οι πρόσφατες δημόσιες συζητήσεις γύρω από τη θέση της γυναίκας στην κλασική αρχαιότητα επανέφεραν έναν διαχρονικό ισχυρισμό:
ότι η αρχαιοελληνική φιλοσοφία υπήρξε θεμελιωδώς μισογυνική.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν είναι μονοδιάστατη. Βρίσκεται στο σημείο τομής ανάμεσα στην αυταπόδεικτη πατριαρχία της κλασικής Αθήνας, τις πραγματικές θέσεις των στοχαστών και τον τρόπο με τον οποίο μεταφράζονται ή απομονώνονται τα αρχαία κείμενα σήμερα.
Το Ιστορικό Περιβάλλον της Κλασικής Εποχής
Πριν εξεταστεί οποιοδήποτε κείμενο, είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό το πλαίσιο της εποχής. Στην Αθήνα του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ.:
Οι γυναίκες των πολιτών δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, δικαίωμα ψήφου ή πρόσβαση στην Εκκλησία του Δήμου.
Ζούσαν κατά κύριο λόγο στον γυναικωνίτη, υπό την κηδεμονία ενός άνδρα («κύριος»: πατέρας, σύζυγος ή πλησιέστερος συγγενής).
Η αποστολή τους περιοριζόταν στην τεκνοποίηση νόμιμων πολιτών και στη διαχείριση του νοικοκυριού.
Οι φιλόσοφοι γεννήθηκαν και έζησαν μέσα σε αυτό το κοινωνικό καθεστώς. Όταν κατέγραφαν την κοινωνική τους πραγματικότητα, συχνά την εξέλαβαν ως
Οι Θέσεις των Φιλοσόφων: Τι Έγραψαν Πραγματικά
Αριστοτέλης: Η βιολογική και πολιτική υποτίμηση
Στην περίπτωση του Αριστοτέλη δεν υπάρχει μεταφραστική παρανόηση.
Στα Πολιτικά και στα έργα του για τα ζώα διατυπώνει απερίφραστα ότι το αρσενικό είναι από τη φύση του ανώτερο και ηγεμονικό, ενώ το θηλυκό κατώτερο και υποταγμένο («τὸ μὲν ἄρρεν κρεῖττον, τὸ δὲ θῆλυ χεῖρον»).
Θεωρούσε ότι η γυναίκα διαθέτει μεν λογικό μέρος στην ψυχή της, αλλά αυτό είναι «ἄκυρον» —στερείται δηλαδή της εξουσίας να επιβληθεί στα πάθη— και γι' αυτό έχει ανάγκη την ανδρική κηδεμονία.
Στην «Πολιτεία» (5ο Βιβλίο) διατυπώνει μια σκέψη αδιανόητα προοδευτική για τον αρχαίο κόσμο: υποστηρίζει ότι οι διαφορές των δύο φύλων αφορούν μόνο την αναπαραγωγή.
Προτείνει την κοινή εκπαίδευση ανδρών και γυναικών στη μουσική, τη γυμναστική και την πολεμική τέχνη, καταλήγοντας ότι οι ικανότερες γυναίκες μπορούν να γίνουν ακόμα και «Φύλακες-Κυβερνήτες».
Στον «Τίμαιο», αντίθετα, αναπαράγει τον λαϊκό μύθο της μετενσάρκωσης, γράφοντας ότι όσοι άνδρες έζησαν δειλά ή άδικα, στη δεύτερη γέννησή τους μεταμορφώνονται σε γυναίκες.
Σωκράτης: Σεβασμός στη γυναικεία διάνοια
Ο Σωκράτης δεν άφησε γραπτά, όμως στους πλατωνικούς διαλόγους εμφανίζεται να αναγνωρίζει τη γυναικεία σοφία.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι η ιέρεια Διοτίμα στο Συμπόσιο, από την οποία δηλώνει πως διδάχθηκε τα μυστήρια του Έρωτα και της πνευματικής ανάτασης.
Από πού Προκύπτει ο Μύθος της
«Λάθος Μετάφρασης»;
Η εντύπωση ότι τα αρχαία κείμενα έχουν μεταφραστεί εντελώς εσφαλμένα οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες:
Απόσπαση από τα συμφραζόμενα: Πολλοί διάλογοι περιέχουν απόψεις τις οποίες ο συγγραφέας βάζει στο στόμα ενός συνομιλητή απλώς για να τις καταρρίψει στη συνέχεια. Η απομόνωση μιας φράσης χωρίς το συμπέρασμα του διαλόγου αλλοιώνει το νόημα.Φιλοσοφική ορολογία έναντι καθημερινής γλώσσας: Λέξεις όπως «ἀτελές» (αυτό που δεν έχει φτάσει στον τελικό του σκοπό/τέλος) ή «ἄκυρον» συχνά αποδίδονται στα νέα ελληνικά με φορτισμένες λέξεις όπως «ελαττωματικό» ή «ανίκανο», προσδίδοντας ένα πρόσθετο υβριστικό περιεχόμενο που δεν υπήρχε στο πρωτότυπο επιστημονικό ύφος της εποχής.
Σύγχρονος αναχρονισμός: Η κρίση κειμένων 2.500 ετών με βάση τα σημερινά κριτήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων οδηγεί εύκολα σε ισοπεδωτικές γενικεύσεις, αγνοώντας το ιστορικό χάσμα.
Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν ήταν ούτε μια ενιαία ομάδα «μισογύνηδων», ούτε πρόδρομοι του σύγχρονου φεμινισμού.
Ήταν στοχαστές που πάτησαν στα δεδομένα μιας αυστηρά πατριαρχικής κοινωνίας: άλλοι, όπως ο Αριστοτέλης, επιχείρησαν να τη δικαιολογήσουν θεωρητικά, ενώ άλλοι, όπως ο Πλάτωνας, τόλμησαν στιγμές πρωτοφανούς υπέρβασης για τα δεδομένα των αιώνων τους.
Η ΕΚΚΛΗΣΊΑ ΤΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΎΤΗΚΕ ΑΥΤΟ
Η Εκκλησία ιστορικά αξιοποίησε και συστηματοποίησε τόσο την αρχαία φιλοσοφική σκέψη όσο και τις ιουδαϊκές πατριαρχικές δομές, ενσωματώνοντάς τες στη θεολογία και την καθημερινή πρακτική της.
Αν και στο αρχικό χριστιανικό μήνυμα υπήρχε μια ριζοσπαστική ισότητα («οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» — Απόστολος Παύλος), όταν ο Χριστιανισμός θεσμοθετήθηκε και έγινε εξουσία, η θέση της γυναίκας περιορίστηκε δραστικά.
1.Η θεολογική ενοχοποίηση: Το βάρος της Εύας
Η Εκκλησία θεμελίωσε την ηθική της υπεροχή και τον έλεγχο πάνω στις γυναίκες χρησιμοποιώντας την αφήγηση του προπατορικού αμαρτήματος:Η γυναίκα ως πηγή του κακού: Η Εύα ταυτίστηκε με την παρακοή, την πλάνη, την αδυναμία του νου και τον πειρασμό που οδήγησε στην πτώση της ανθρωπότητας.
Η ιεραρχία στην οικογένεια: Με αναφορές στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου («ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα», «αἱ γυναῖκες ἐν ταῖς ἐκκλησίαις σιγάτωσαν»), η υποταγή στον άνδρα αγιάστηκε ως θεϊκή εντολή και όχι απλώς ως κοινωνική συνθήκη.
2.Ο δανεισμός της αριστοτελικής φιλοσοφίας
Κατά τον Μεσαίωνα, τόσο στην Ανατολή (Βυζάντιο) όσο και κυρίως στη Δύση (μέσω του Θωμά του Ακινάτη), η Εκκλησία υιοθέτησε τον Αριστοτέλη:
Ο Ακινάτης επανέλαβε αυτούσια την άποψη ότι η γυναίκα είναι «ατελής άνδρας» (vir occasionatus) και εκ φύσεως αδύναμη στη λογική, συνδέοντας αυτή τη θεώρηση με τη θεολογική ανάγκη να βρίσκεται διαρκώς υπό την κηδεμονία του άνδρα-αρχηγού.
3.Το διπλό πρότυπο: «Εύα ή Παναγία»
Η Εκκλησία δημιούργησε ένα ασφυκτικό δίπολο στο οποίο καμία πραγματική γυναίκα δεν μπορούσε να χωρέσει φυσιολογικά:
Η αμαρτωλή Εύα: Η γυναίκα που ζει με τη σεξουαλικότητα και το σώμα της, η οποία είναι επικίνδυνη, πλανεύτρα και αμαρτωλή.
Η Παναγία: Το απόλυτο, άπιαστο ιδεώδες — ταυτόχρονα Παρθένος και Μητέρα, απόλυτα υπάκουη, σιωπηλή και αφιερωμένη.
Όποια γυναίκα δεν ταυτιζόταν με την αγνότητα και την απόλυτη υποταγή, αντιμετωπιζόταν με καχυποψία ή ακόμη και με ανοιχτή δίωξη (χαρακτηριστικό παράδειγμα το κυνήγι μαγισσών στη Δύση).
4.Αποκλεισμός από την εξουσία και τη διοίκηση
Ενώ στις πρώτες χριστιανικές κοινότητες υπήρχαν γυναίκες διακόνισσες και ενεργά μέλη, η επίσημη ιεραρχία απέκλεισε εντελώς τις γυναίκες από την ιεροσύνη και τη λήψη αποφάσεων.
Ολόκληρος ο μηχανισμός εξουσίας, η ερμηνεία των κειμένων και η επιβολή των κανόνων παρέμεινε αποκλειστικά ανδρική υπόθεση.
Η Εκκλησία πήρε την κοινωνική υποτίμηση που προϋπήρχε στην αρχαιότητα, της έδωσε μεταφυσική και θεϊκή επικύρωση και τη μετέτρεψε σε δόγμα: η υποταγή της γυναίκας δεν ήταν πλέον απλώς ανθρώπινος νόμος, αλλά «θέλημα Θεού».
ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΤΡΑΤΑΚH (valentina) ΣΧΕΔΙΑΣΤΡIΑ ΔΗΜΗΟΥΡΓΟΣ ΕΡΕΥΝΗΤΡΙΑ





Σχόλια